Bertolt Brecht - Στους μεταγενέστερους

Bertolt Brecht -  Στους μεταγενέστερους






Αλήθεια, σε μαύρα χρόνια ζω!
Τα λόγια που δεν κεντρίζουν είναι σημάδι χαζομάρας.
Ένα λείο μέτωπο, αναισθησίας.
Εκείνος που γελάει
Δεν έχει μάθει ακόμα
Τις τρομερές ειδήσεις.

Μα τι καιροί λοιπόν ετούτοι, που
Είν' έγκλημα σχεδόν όταν μιλάς για δέντρα
Γιατί έτσι παρασιωπάς χιλιάδες κακουργήματα!
Αυτός εκεί πού διασχίζει ήρεμα το δρόμο
Ξέκοψε πια ολότελα απ' τους φίλους του
Πού βρίσκονται σ' ανάγκη.
Είναι σωστό: το ψωμί μου ακόμα το κερδίζω.
Όμως πιστέψτε με: Είναι εντελώς τυχαίο. Απ' ό,τι κάνω,
Τίποτε δε μου δίνει το δικαίωμα να φάω ως να χορτάσω.
Έχω γλιτώσει κατά σύμπτωση. (Λίγο η τύχη να μ' αφήσει, χάθηκα.)
Μου λένε: Φάε και πιες! Να 'σαι ευχαριστημένος που έχεις!
Μα πώς να φάω και να πιω, όταν
Το φαγητό μου τ' αρπάζω από τον πεινασμένο, όταν
Κάποιος διψάει για το ποτήρι το νερό που έχω;
Κι ωστόσο, τρώω και πίνω.
Θα 'θελα ακόμα να 'μουνα σοφός.
Τ' αρχαία βιβλίο λένε τί είναι η σοφία:
Μακριά να μένεις απ' τις επίγειες συγκρούσεις και δίχως φόβο τη λιγοστή ζωή σου να περνάς.
Θεωρούν σοφό ακόμα
Το δρόμο σου να τραβάς αποφεύγοντας τη βία
Στο κακό ν' ανταποδίνεις το καλό
Να μη χορταίνεις τις επιθυμίες σου, αλλά να τις ξεχνάς.
Μου είναι αδύνατο να πράξω όλα τούτα:
Αλήθεια, σε μαύρα χρόνια ζω!
Ήρθα στις πόλεις την εποχή της αναστάτωσης
Όταν εκεί, βασίλευε η πείνα.
Ήρθα μες στους ανθρώπους στην εποχή της ανταρσίας
Και ξεσηκώθηκα μαζί τους.
Έτσι κύλησε ο χρόνος
Που πάνω στη γη μου δόθηκε.
Το ψωμί μου το 'τρωγα ανάμεσα στις μάχες.
Για να κοιμηθώ, πλάγιαζα ανάμεσα στους δολοφόνους.
Αφρόντιστα δινόμουνα στον έρωτα
Κι αντίκριζα τη φύση δίχως υπομονή.
Έτσι κύλησε ο χρόνος
Που πάνω στη γη μου δόθηκε
Στον καιρό μου, οι δρόμοι φέρνανε στη λάσπη.
Η μιλιά μου με κατέδιδε στο δήμιο.
Λίγα περνούσαν απ' το χέρι μου. Όμως, αν δεν υπήρχα
Οι αφέντες θα στέκονταν πιο σίγουρα, αυτό έλπιζα τουλάχιστον.
Έτσι κύλησε ο χρόνος
Που πάνω στη γη μου δόθηκε.
Οι δυνάμεις ήτανε μετρημένες. Ο στόχος
Βρισκότανε πολύ μακριά.
Φαινόταν ολοκάθαρα, αν και για μένα
Ήταν σχεδόν απρόσιτος.
Έτσι κύλησε ο χρόνος
Που πάνω στη γη μου δόθηκε.
 
Εσείς, που θ' αναδυθείτε μέσ' απ' τον κατακλυσμό
Που εμάς μας έπνιξε,
Όταν για τις αδυναμίες μας μιλάτε
Σκεφτείτε
Και τα μαύρα χρόνια
Που εσείς γλυτώσατε
Εμείς περνάγαμε, αλλάζοντας χώρες πιο συχνά από παπούτσια,
Μέσα από ταξικούς πολέμους, απελπισμένοι σα βλέπαμε,
Την αδικία να κυριαρχεί και να μην υπάρχει εξέγερση.
Κι όμως το ξέραμε:
Ακόμα και το μίσος ενάντια στην ευτέλεια
Παραμορφώνει τα χαρακτηριστικά.
Ακόμα κι η οργή ενάντια στην αδικία
Βραχνιάζει τη φωνή.

Αλίμονο, εμείς
Που θέλαμε να ετοιμάσουμε το δρόμο στη φιλία
Δεν καταφέρναμε να 'μαστε φίλοι ανάμεσά μας.
Όμως εσείς, όταν θα ‘ρθει ο καιρός
Ο άνθρωπος να βοηθάει τον άνθρωπο
Να μας θυμάστε
Με κάποιαν επιείκεια.
Indeed I live in the dark ages!
A guileless word is an absurdity.

A smooth forehead betokens
A hard heart.
He who laughs
Has not yet heard
The terrible tidings.

Ah, what an age it is
When to speak of trees is almost a crime
For it is a kind of silence about injustice!
And he who walks calmly across the street,
Is he not out of reach of his friends
In trouble?
 
It is true: I earn my living
But, believe me, it is only an accident.
 
Nothing that I do entitles me to eat my fill.

By chance I was spared. (If my luck leaves me
I am lost.)
They tell me: eat and drink. Be glad you have it!
But how can I eat and drink
When my food is snatched from the hungry
And my glass of water belongs to the thirsty?
And yet I eat and drink.
 
I would gladly be wise.
 
The old books tell us what wisdom is:
Avoid the strife of the world live out your little time
fearing no one


Using no violence

Returning good for evil

Not fulfillment of desire but forgetfulness
Passes for wisdom.
I can do none of this:
Indeed I live in the dark ages!
 
I came to the cities in a time of disorder
When hunger ruled.

I came among men in a time of uprising
And I revolted with them.
So the time passed away
Which on earth was given me.
I ate my food between massacres.
The shadow of murder lay upon my sleep.
And when I loved, I loved with indifference.
I looked upon nature with impatience.
So the time passed away
Which on earth was given me.
In my time streets led to the quicksand.
Speech betrayed me to the slaughterer.
There was little I could do. But without me
 
The rulers would have been more secure. This was my hope.
So the time passed away
Which on earth was given me.
Our forces were slight and small,
Our goal lay in the far distance
Clearly in our sights,
If for me myself beyond my reaching.
That's how I passed my time that was given to me on this Earth.
You, who shall emerge from the flood
In which we are sinking,
Think When you speak of our weaknesses,
Also of the dark time
That brought them forth.
 
For we went,changing our country more often than our shoes.
In the class war, despairing

When there was only injustice and no resistance.
For we knew only too well:
Even the hatred of squalor
 
Makes the brow grow stern.
 
Even anger against injustice
Makes the voice grow harsh.
Alas, we
Who wished to lay the foundations of kindness
 
Could not ourselves be kind.

But you, when at last it comes to pass
That man can help his fellow man,
Do no judge us
Too harshly.



Bertolt Brecht -  Στους μεταγενέστερους

μτφ. Τίτος Πατρίκιος



Σχόλια