Ουίλιαμ Σαίξπηρ - Ρωμαίος και Ιουλιέτα

 Οπισθόφυλλο
Στο έργο τούτο δε βλέπουμε νέους και ηλικιωμένους, παρά ανθρώπους με το νέο πνεύμα κι ανθρώπους με το παλιό. Ο Τυβάλδος λ.χ. είναι νέος, αλλά με το παλιό πνεύμα. Οι άνθρωποι μ’ αυτό το παλιό πνεύμα, άντρες και γυναίκες, ηλικιωμένοι και νέοι, φέρνονται με τυραννικό φανατισμό και τα ζητήματά τους τα λύνουν μόνοι τους με το σπαθί τους και ούτε ξέρουν άλλους νόμους κι άλλο δίκιο: όλη τους η αγωγή και η κοσμοθεωρία τους είναι να κάνουν το δικό τους. Όλα και όλοι να υποταχτούν στο αυταρχικό τους έτσι θέλω. Γι’ αυτό κι ο αγώνας των πρωταγωνιστών, του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, είναι τραγικός, επειδή κανείς από τους αντιμαχόμενους δεν τραβάει χέρι, παρά κι οι δυο τραβάνε σπαθί, έτσι που, από τραγικήν, κι όχι άλλη αναγκαιότητα, ο θάνατος να είναι η μόνη λύση…




Σκηνή 2

Στο ίδιο μέρος. Ο κήπος του Καπουλέτου.

(μπαίνει ο Ρωμαίος.)

ΡΩΜ.
Γελάει με τραύματα όποιος δεν πληγώθηκε ποτέ.
Μα σουτ! τι φως προβάλλει εκεί απ’ το παράθυρο;
Είν’ η ανατολή κι είναι η Ιουλιέτα ο ήλιος.
Πρόβαλε, ήλιε, σκότωσε τη φτονερή σελήνη
που κιόλα είν’ άρρωστη, χλωμή από τον καημό της
που εσύ η παρθένα της είσαι ομορφότερή της!
Παρθένα της μην είσαι αφού ‘ναι τόσο φτονερή:
ντύνει φορέματα αχνοκίτρινα τις κόρες της,
που μόνον οι τρελοί τα βάζουν: βγάλ’ τα εσύ!
Είναι η κυρά μου, ω, είναι η αγάπη μου.
Ω και να το ‘ξερε πως είναι!
Μιλάει, μα δε λέει τίποτα∙ και τι μ’αυτό;
Το βλέμμα της μιλάει: θ’ αποκριθώ σ’ αυτό.
Μα παραπήρα θάρρος, δε μιλάει σε μένα.
Τα δυο ωραιότερα άστρα όλου τ’ ουρανού,
που κάπου θεν να παν, παρακαλούν τα μάτια της
ν’ αστροβολούν στις σφαίρες τους ως να γυρίσουν.
Μ’ αν πήγαιναν τα μάτια της εκεί κι εκείνα
στην όψη τους, η λάμψη της θα ντρόπιαζε τ’ αστέρια
καθώς η λάμψη της ημέρας μια λαμπάδα.
Τα μάτια της στον ουρανό θα πλημμυρούσαν
το διάστημα το αγέρινο με τόση λάμψη
που θα λαλούσαν τα πουλιά, σαν να ξημέρωσε.
Κοίτα πως ακουμπάει το μάγουλο στο χέρι της!
Ω, να ‘μουν γάντι στο χεράκι αυτό, για ν’ άγγιζα
το μάγουλό της!

ΙΟΥΛ.
Αλί μου!

ΡΩΜ.
Μιλάει. Ω, μίλα πάλι, ολόφωτε άγγελε γιατ’ είσαι
δόξα λαμπρή της νύχτας πάνω απ’ το κεφάλι μου,
και σε θωρώ σαν φτερωτόν ουράνιον άγγελο,
που οι άνθρωποι με τ’ άσπρο των ματιών τους από [θαυμασμό
ανατρανίζουν να τον δουν που δρασκελάει
τ’ αργοκίνητα νέφη κι αρμενίζει επάνω
στο στήθος του αέρα.

ΙΟΥΛ.
Ρωμαίο, Ρωμαίο! Γιατί να ‘σαι ο Ρωμαίος;
Αρνήσου τον πατέρα σου, άσε τ’ όνομά σου
ή, αν δεν θέλεις, μόνο αγάπη ορκίσου μου
κι εγώ θα πάψω να ‘μαι  Καπουλέτου.

ΡΩΜ.
(Μόνος του.)
Ν’ ακούσω κι άλλα ή ν’ αποκριθώ σ’αυτά;

ΙΟΥΛ.
Όχι άλλο, τ’ όνομά σου μόνον είν’ εχτρός μου.
Εσύ ‘σαι ό,τι είσαι, κι αν δεν λέγεσαι Μοντέγος.
Τι ‘ναι Μοντέγος; Χέρι, πόδι, μπράτσο, πρόσωπο,
ή οποιοδήποτε άλλο μέρος πόχει ο άνθρωπος;
Ω, πάρε εν’ όνομα άλλο. Τι έχει τ’ όνομα;
Αυτό που λέμε ρόδον, όπως κι αν το πεις,
το ίδιο θα μοσχοβολάει. Κι ο Ρωμαίος, αν
δε λεγόταν Ρωμαίος, πάλι θα κρατούσε
όλη τη σπάνια χάρη που ‘χει και χωρίς
τον τίτλο αυτόν. Ρωμαίο, άσε τ’ όνομά σου∙
και γι’ αυτό τ’ όνομα που μέλος σου δεν είναι
πάρε όλη εμένα.

ΡΩΜ.
Στον λόγο σου σε παίρνω. Μόνο πες με αγάπη σου
κι ευτύς ξαναβαφτίζομαι. Στο εξής ποτέ
δε θα ‘μαι πια Ρωμαίος.

ΙΟΥΛ.
Ποιος είσαι συ, που με προφυλακή τη νύχτα
μπαίνεις στους στοχασμούς μου;

ΡΩΜ.
Μ’ όνομα δε μπορώ να σου το ειπώ ποιος είμαι:
τ’ όνομά μου, ακριβή μου αγία, μου ‘ναι μισητό,
αφού εσύ το εχτρεύεσαι: αν γραμμένο το ‘χα,
τη λέξη θα την ξέσκιζα.

ΙΟΥΛ.
Τ’ αφτιά μου ακόμα ούτ’ εκατό δεν ήπιαν λόγια
από τούτη τη λαλιά, και τον αχό γνωρίζω:
δεν είσαι ο Ρωμαίος, ο Μοντέγος;

ΡΩΜ.
Όχι, ούτε το ‘να ούτε τ’ άλλο, ωραία κόρη,
αν και τα δυο τ’ αντιπαθείς.

ΙΟΥΛ.
Πως ήρθες εδωπέρα, πες μου, και γιατί;
Του κήπου μας η μάντρα είναι ψηλή και δύσκολη
ν’ ανέβεις και το μέρος θάνατος για σένα,
αν σ’ εύρει εδώ κανένας συγγενής μου.

ΡΩΜ.
Με τ’ αλαφριά φτερά του Έρωτα υπερπήδησα
τη μάντρα∙ πέτρινα όρια δεν μπορούν ν’ αποκλείσουν
τον έρωτα, που ό,τι μπορεί, μπορεί και το τολμάει ∙
γι’ αυτό δε μου ‘ναι εμπόδιο οι δικοί σου.

ΙΟΥΛ.
Εδώ αν σε δουν θα σε σκοτώσουν.

ΡΩΜ.
Ωιμέ! είναι πιο μεγάλος κίνδυνος τα μάτια σου
παρ’ είκοσι σπαθιά τους:μόνο δες με εσύ γλυκά
κι είμαι εξασφαλισμένος απ’ την έχτρα τους.

ΙΟΥΛ.
Για όλον τον κόσμο εδώ δε θα ΄θελα να σ’εύρουν.

ΡΩΜ.
Τα ράσα της νυχτός με κρύβουν απ’ τα μάτια τους.
Μόνο να μ’ αγαπάς κι ας μ’ εύρουν: πιο καλά
να δώσει στη ζωή μου τέλος η έχτρα τους, παρά
ο θάνατος ν’ αργεί και να μου λείπει η αγάπη σου.

ΙΟΥΛ.
Ποιος σου ‘δειξε ως εδώ τον δρόμο;

ΡΩΜ.
Ο Έρωτας, που μ’ έβαλε να ψάξω: αυτός μου ‘δωσε
την ιδέα, εγώ του ‘δωσα τα μάτια.
Δεν είμαι ναύτηςμ’ αν ήσουν μακριά σαν έρμη αχτή,
που την ξεπλένει η πιο απομακρυσμένη θάλασσα,
θα ‘βαζα τη ζωή μου για μια τέτοια τύχη.

ΙΟΥΛ.
Ξέρεις, στο πρόσωπό μου η μάσκα είναι της νύχτας,
αλλιώς φωτιά παρθενική το μάγουλό μου θα ‘βαφε
για όσα μ’ άκουσες να λέω απόψε. Άμποτε
να ‘χα κρατήσει τύπους, άμποτε, άμποτε
ν’ αρνιόμουν τα λόγια μου: μα στο καλό,
ωραίοι τρόποι! Μ’ αγαπάς; Το ξέρω θα πεις «Ναι»
κι εγώ θα το πιστέψω: μα κι αν πάρεις όρκο
μπορείς να τον πατήσεις μ’ απιστίες αντρών
ο Δίας γελάει, λένε: ευγενικέ Ρωμαίο,
αν ο νους σου λέει πως γλήγορα με κέρδισες,
θα κατσουφιάσω, θα γίνω στριμμένη, όχι θα λέω,
για να παρακαλάςαλλιώς, ποτέ, για όλον τον κόσμο.
Αλήθεια, ωραίε Μοντέγο, εγώ ‘μαι παρά αυθόρμητη
κι ίσως γι’ αυτό να βλέπεις ελαφρό το φέρσιμό μου.
Μα πίστεψέ με, κύριε, θα με βρεις πιστή
περσότερο από κείνες που έχουνε την τέχνη
να στέκονται σε απόσταση. Κι εγώ, το λέω,
θα ‘πρεπε να σταθώ σε απόσταση, αν εσύ
δεν είχες κρυφακούσει, δίχως να το νιώσω,
το πάθος της πιστής μου αγάπης: γι’ αυτό σχώρα με
και την ομολογία μου μην την αποδώσεις
σ’ εύκολη αγάπη, που της νύχτας το σκοτάδι
την εφανέρωσε.

ΡΩΜ.
Κυρά μου, μα το ευλογημένο αυτό το φεγγάρι
που ασημοβάφει τις κορφές των δέντρων-

ΙΟΥΛ.
Όχι, μην παίρνεις όρκο στο φεγγάρι, το άστατο,
που με τον μήνα αλλάζει κάνοντας το γύρο του,
μήπως κι η αγάπη σου αλλάξει σαν κι αυτό.

ΡΩΜ.
Σε τι να σου ορκιστώ;

ΙΟΥΛ.
Μην ορκιστείς καθόλου∙ ή, αν θέλεις,
ορκίσου στον χαριτωμένον εαυτό σου,
που ‘ν’ της λατρείας μου ο θεός, να σε πιστέψω.

ΡΩΜ.
Αν η καρδιά μου, αγάπη μου-

ΙΟΥΛ.
Άσε, μην ορκιστείς. Μ’ όλη τη χαρά για σένα,
δε χαίρομαι τη συμφωνία μας τούτη απόψε:
πολύ ‘ρθε ορμητικά, πολύ αναπάντεχα, πολύ άξαφνα
πολύ σαν αστραπή, που χάνεται προτού
να ειπείς αστράφτει. Καληνύχτα αγάπη μου!
Μπορεί τούτ’ το μπουμπούκι της αγάπης μας
να ‘ναι όμορφος ανθός όταν ξανανταμώσουμε.
Καλή σου νύχτα, καληνύχτα! Κι η γλυκιά γαλήνη
που νιώθω στην καρδιά μου και δικιά σου ας γίνει!

ΡΩΜ.
Ω! θέλεις να μ’αφήσεις έτσι απαρηγόρητον;

ΙΟΥΛ.
Σαν τι παρηγοριά θέλεις ετούτ’ τη νύχτα;

ΡΩΜ.
Σου ‘δωσα την πιστή μου αγάπη, δωσ’ μου τη δικιά σου.

ΙΟΥΛ.
Εγώ σ’ την έδωσα προτού μου την ζητήσεις∙
και πάλι θα ‘θελα να ‘ταν δικό μου χτήμα.

ΡΩΜ.
Να μου την πάρεις θέλεις; Και γιατί, καλή μου;

ΙΟΥΛ.
Για να φανώ απλοχέρα, να σ’την ξαναδώσω.
Μα κάνω ευκή για κάτι που έχω δα: η απλοχεριά μου
έχει της θάλασσας την άπλα, και η αγάπη μου
το βάθος της∙ όσο περσότερη σου δίνω,
τόσο περσότερη έχω, τι άπειρα είναι και τα δυο.

{…}

ΡΩΜ.
Ϋπνος στα μάτια σου, στο στήθος σου γαλήνη!
Ω, να ‘μουν – τι γλυκό κρεβάτι- ύπνος και γαλήνη!
Πάω στον πνευματικό μου τώρα να τον βρω,
Να του ζητήσω βοήθεια, την καλή μου τύχη να του ειπώ.





 
Ουίλιαμ Σαίξπηρ - Ρωμαίος και Ιουλιέτα
Μετάφραση : Βασίλη Ρώτα

Σχόλια